Όσα χρόνια κι αν περάσουν, η εργασιακή μου εμπειρία με την ψύχωση θα με καθορίζει. Τα χρόνια που πέρασα κυριολεκτικά μες στα σπίτια των ασθενών, στον χώρο υποδοχής τους, τις νύχτες που είχα εφημερία και η κατάσταση συχνά ξέφευγε ή μας έφερνε πιο κοντά. Τα αυθόρμητα μαγειρέματα και οι μεταμεσονύκτιες πολύωρες συζητήσεις προσπαθώντας να αποφευχθεί μία επιπόλαιη νοσηλεία στην ψυχιατρική κλινική.
Γιατί κάθε νέα νοσηλεία ήταν όχι μία νέα αρχή, αλλά ένα νέο μηδέν μηδενός εξαιρουμένου. Λίγο πριν επιτευχθεί κάποια ψυχική σταθερότητα συχνά μεσολαβούσε μία επίσκεψη από έναν γονιό προς τον ασθενή μετά από μήνες ή χρόνια, μία επίσκεψη στο βρέφος κάποιας ασθενούς που τώρα πάει κιόλας σχολείο, μία θανάσιμη επέτειος ή τα μοναχικά Χριστούγεννα, μία σοβαρή ιατρική πάθηση λόγω της παρατεταμένης χρήσης ψυχοφαρμακευτικής αγωγής (και όχι μόνο), μία συνέντευξη για δουλειά που δεν ευδοκίμησε. Και καθένα από αυτά ήταν υπεραρκετό για να ισοπεδωθεί κάθε προσπάθεια σταθερότητας. Όλοι και όλα έρχονταν και παρέρχονταν, εκτός από εμάς: το σημείο αναφοράς και το σημείο στήριξης αυτών των ανθρώπων. Η δική τους οικογένεια, καθένας μας με την ειδικότητά του.
Όσα χρόνια κι αν έχουν περάσει, ακόμη ονειρεύομαι πολύ συχνά τους ασθενείς μου. Σε περιόδους μετάβασης αυτό συμβαίνει αισθητά συχνότερα. Σα να ψάχνω κι εγώ το δικό μου σημείο αναφοράς. Τα δικά μου σημεία αναφοράς είναι οι στιγμές που με έχουν αγγίξει εκ των έσω και χαράσσονται βαθιά στον ψυχισμό μου. Ενώ το γράφω αυτό, αναρωτιέμαι ποια μπορεί να είναι τα δικά σας σημεία αναφοράς.
Συμμερίζομαι τον πόνο των τότε ασθενών μου αμείωτα, σα να τους ζω ακόμη καθημερινά. Τους σκέφτομαι, τους συμπονώ, τους ευγνωμονώ για τα μαθήματα ζωής ακόμα και αν τα πήρα ενίοτε με τον πολύ δύσκολο τρόπο, ερχόμενη αντιμέτωπη με τα δικά μου σκοτάδια και την παράλυση από φόβο τις νύχτες που κάποιοι αντί για την φαρμακευτική αγωγή, κατανάλωναν αλκοόλ ή και τα δύο μαζί.
Αντιμεταβιβαστικά, όπως θα λέγαμε στην ψυχανάλυση, ένιωσα στο «πετσί μου» το μέσα τους. Κάποιες φορές και μόνο η συνύπαρξη στον ίδιο χώρο ήταν τεράστια πρόκληση από μόνη της. Γιατί είναι τρομακτικό να προσπαθεί να μπει κανείς στα παπούτσια του άλλου, ειδικά όταν τα παπούτσια αυτά είναι στενά, πολύ στενά, γεμάτα τρύπες και με τα κορδόνια λυμένα ή ανύπαρκτα. Όμως για κάποιους ανθρώπους η ενσυναίσθηση δεν αποτελεί επιλογή μας, αλλά μονόδρομο. Αυτή η δουλειά με βεβαιότητα δεν μπορεί να γίνει χωρίς ενσυναίσθηση, οπως δεν μπορεί να γίνει επ’ ουδενί χωρίς οριοθέτηση και προσωπική ψυχοθεραπεία. Είναι αδιανόητο κάποιες φορές πόσος πόνος μπορεί να χωρέσει σε ένα σώμα, σε μία ψυχή.
«Πώς όμως και γιατί άντεχα και έμενα εκεί, αφού ακούγεται τοσο δύσκολο και σκοτεινό;» σας ακούω να αναρωτιέστε καια αναρωτιόμουν κι εγώ το ίδιο, αν δεν με γνώριζα ή δεν ήμουν του επαγγέλματος. Οι λόγοι είναι πολλοί και λόγω της θέσης και της ιδιότητάς μου δεν μπορώ να προβώ σε μεγαλύτερες αυτο-αποκαλύψεις από όσες έχω ήδη προβεί. Παρόλα αυτά θέλω να μοιραστώ ένα από τα «γιατί» μου.
Κάθε μα κάθε φορά μπορούσα να συνδεθώ με το φως μέσα στους ασθενείς. Ένα φως σαν αυτό της φωτογραφίας που διαπερνά το δάσος, όσο πυκνό κι αν είναι. Ένα φως που είχε σκοτεινιάσει αλλά ήταν και θα είναι εκεί αμείωτο. Για αυτό και άντεχα. Για αυτό και μου λείπουν. Γιατί μέσα σε όλη αυτή τη δυστυχία, έδιναν εν αγνοία τους ελπίδα και εγώ αυτό τους το καθρέπτιζα και το επέστρεφα πίσω γενναιόδωρα.
Εγώ έμενα έκπληκτη από τη λάμψη τους και την εσωτερική τους ευγένεια (που καμία σχέση δεν έχει με την κοινωνική συμπεριφορά, αν και ενίοτε ταυτίζεται) και εκείνοι αισθάνονταν τον σεβασμό μου στην ύπαρξή τους. Κάτι που θα όφειλε να είναι αυτονόητο, αλλά δεν ήταν στην κοινωνική πραγματικότητα, στην οποία ζούμε. Μία σταθερά καλή και οριοθετημένη συμπεριφορά ανεξαρτήτως της δικής τους συμπεριφοράς. Ένα υποκατάστατο -έστω και καθυστερημένα- μίας «αρκετά καλής μητέρας» (good enough mother), που έχει πει ο Winnicot εδραιώνοντας τις ψυχαναλυτικές του θεωρίες. Πολύ συνοπτικά, ο Winnicott υποστήριξε ότι αυτή η αρκετά καλή μητέρα (πλέον εννοούμε το κύριο πρόσωπο αναφοράς του βρέφους, όχι απαραίτητα τη μητέρα) δεν χρειάζεται να είναι τέλεια. Αρκεί να ανταποκρίνεται σχεδόν πλήρως στις ανάγκες του βρέφους, σταδιακά να αποσύρεται λίγο, επιτρέποντας στο παιδί να βιώσει μικρές ματαιώσεις και αυτές οι ματαιώσεις να το βοηθούν να αναπτύξει αυτονομία, ανθεκτικότητα και αίσθηση πραγματικότητας.
Κάτι τέτοιο φυσικά δεν μπορεί να αντικατασταθεί πλήρως, όμως όπως έχει πει η Virginia Satir, μία από τις πιο σημαντικές μορφές της συστημικής και οικογενειακής θεραπείας “it is never too late to have a happy childhood” , δηλαδή «δεν είναι ποτέ αργά να ζήσουμε τα παιδικά χρόνια που δεν ζήσαμε» δίνοντας έτσι ελπίδα.
Η «αρκετά καλή μητέρα» του Winnicot λοιπόν προσφέρει:
- συναισθηματικό και σωματικό κράτημα (holding)
- ασφάλεια
- και χώρο για να αναπτυχθεί ο αληθινός εαυτός του παιδιού.
Αυτά ακριβώς δηλαδή που προσφέραμε εμείς μέσα από την εργασία μας στον Verein LOK : Leben Οhne Krankenhaus ( Ζωή Χωρίς Νοσοκομείο), σε αρμονία με την Virginia Satir. Και κάπως έτσι κυλούσε η σχέση μας με τα πάνω της και τα κάτω της. Όπως κάθε άλλη σχέση δηλαδή, μόνο σε πολλαπλάσια ένταση, που δύσκολα αποτυπώνεται σε λόγια.
Ο σεβασμός μου μπροστά στην μαρτυρική τους καθημερινότητα εκεί έξω (υποτίμηση, αδιαφορία, στίγμα, απαξίωση, χλευασμός, απέχθεια, ταπείνωση) είναι απεριόριστος . Το πιο αξιοθαύμαστο όμως για εμένα μοιραζόμενη μεγάλο μέρος της καθημερινότητάς μου μαζί τους ήταν, είναι και θα είναι η δύναμη και η θέληση για ζωή παρά τις ατελείωτες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν καθημερινά ανεξαιρέτως.
Το κείμενο αυτό αποτελεί φόρο τιμής στους ψυχιατρικούς μου ασθενείς την τριετία 2020 έως 2022και έναν τρόπο να εκφράσω την ευτυχία μου που συνέδραμα στη βελτίωση της ποιότητας ζωής και στην ανάκτηση της αξιοπρέπειας δεκαπέντε ανθρώπων μέσω:
- του Λόγου όπου υπήρχε ακόμη κοινός,
- της εμπιστοσύνης τους να με συστήσουν στις δευτερεύουσες προσωπικότητες τους που μπορεί
- να μην έβλεπα ούτε άκουγα, όπως εκείνοι αλλά που καταλάβαινα ότι υπάρχουν ανάμεσά μας,
- ενός αγγίγματος στον ώμο, όταν τα λόγια περίσσευαν ή δεν υπήρχαν (βλ. άρθρο για το άγγιγμα),
- του σιωπηλού ακούσματος ενός τραγουδιού που έφερνε στο χώρο μια αθωότητα και τόση μα τόση συγκίνηση,
- των χορών μας
- της σιωπής και
- της σιωπηλής συνοδείας στο παιδί που της πάρθηκε με το που το γέννησε.
Κλείνοντας, υπενθυμίζω πως όλες οι σχέσεις ανεξαρτήτως πλαισίου, ρόλου και τρόπου υπάγονται στο «δούναι και λαβείν» . Το περιεχόμενό του «δούναι και λαβείν» δύναται να επανακαθοριστεί.